αγέλαστος

(προωθήθηκε από αγέλαστο)
Μεταφράσεις

αγέλαστος

(a'ʝelastos) αρσενικό

αγέλαστη

(a'ʝelasti) θηλυκό

αγέλαστο

doursombre, morose, maussade (a'ʝelasto) ουδέτερο
επίθετο
σκυθρωπός έχω αγέλαστο ύφος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close