| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.882.776.661 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αγένεια |
0,01 sec. |
|
|
αγένεια rudeness
ουσ θ αγένεια [a'ʝenia] έλλειψη καλών τρόπων impolitesse; grossièreté μιλάω με αγένεια être insolent/-ente Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|