αγαθό

Μεταφράσεις

αγαθό

commodity, good, rightbienдоврый
ουσιαστικό ουδέτερο
1. ηθικό ή πνευματικό όφελος τα αγαθά του πολιτισμού
2. προϊόν προς κατανάλωση καταναλωτικά αγαθά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close