| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.725.994 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αγαθός |
0,02 sec. |
|
αγαθός kind, naive, good bon, affable, aimable, amène, gentil, honnête, naïf bueno, cándido, naif, naíf επίθ α / θ / ουδ αγαθός, αγαθή, αγαθό [aɣa'θos, aɣa'θi, aɣa'θo] ουσ ουδ αγαθό 1 ηθικό ή πνευματικό όφελος bienfait τα αγαθά του πολιτισμού les bienfaits de la civilisation 2 προϊόν προς κατανάλωση bien καταναλωτικά αγαθά les biens de consommation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|