Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.985.887 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αγαπημένος

0,02 sec.
αγαπημένος beloved, dear, favourite, darling, favorite aimé, coûteux, favori, chéri, préféré sevgili, gözde, sevgilim حبيب, مفضل miláček, nejoblíbenější skat, yndlings- Liebling, Lieblings- cariño, favorito kulta, lempi- dragi, omiljen preferito, tesoro いとしい人, 大好きな 사랑스러운 사람, 좋아하는 favoriet, lieveling elskling, favoritt- ukochany, ulubiony favorito, querido излюбленный, любимый älskling, favorit- ที่ชอบที่สุด, ที่รัก người yêu dấu, ưa thích 亲爱的人, 特别喜爱的
επίθ α / θ / ουδ αγαπημένος, αγαπημένη, αγαπημένο [aɣapi'menos, aɣapi'meni, aɣapi'meno]
1 που αγαπώ bien-aimé/-ée
Aγαπημένο μου παιδί! Mon enfant bien-aimé !
2 αυτός που προτιμάω préféré/-éefavori/-ite
το αγαπημένο μου φαγητό mon plat préféré


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.