αγγίζω

Μεταφράσεις

αγγίζω

tocartouchtocartoucher, se touchertoccareيَلْمُسُ, يَلْمِسُdotknout se, dotýkat serøreberührenkoskea, koskettaadodirivati, dodirnuti接触する, 触れる닿다, 만지다aanrakenberøredotknąćtocarкасаться, трогатьvidröraแตะ สัมผัส, สัมผัสdokunmak, temas etmekchạm phải, chạm vào触摸, 接触觸摸докосване (an'ɟizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ακουμπάω ελαφρά Άγγιξε με το δάχτυλο το εύθραυστο αντικείμενο. Η αναπνοή του άγγιξε το πρόσωπό μου.
2. μεταφορικά συγκινώ Η ιστορία του με άγγιξε.
3. πλησιάζω, φτάνω αγγίζω ένα όριο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close