| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.882.818.906 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αγκαζέ |
0,01 sec. |
|
|
αγκαζέ Arm in Arm arm in arm
επίρρ αγκαζέ [aŋga'ze] με το χέρι κάτω από τον αγκώνα του άλλου bras dessus, bras dessous Περπατούν αγκαζέ. Ιls marchent bras dessus, bras dessous. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|