αγκαθωτός

Μεταφράσεις

αγκαθωτός

(aŋgaθo'tos) αρσενικό

αγκαθωτή

(aŋgaθo'ti) θηλυκό

αγκαθωτό

spinousépineux (aŋgaθo'to) ουδέτερο
επίθετο
που έχει αγκάθια αγκαθωτός θάμνος
σύρμα με μυτερές προεξοχές Έβαλε αγκαθωτό συρματόπλεγμα γύρω από το σπίτι.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close