αγκαλιά

Μεταφράσεις

αγκαλιά

(aŋga'ʎa)
ουσιαστικό θηλυκό
1. ο χώρος ανάμεσα στους βραχίονες Έλα στην αγκαλιά μου.
πολύ θερμά υποδέχομαι κπ με ανοιχτή αγκαλιά
2. το μέγεθος μιας αγκαλιάς μια αγκαλιά λουλούδια

αγκαλιά

embrace, armful, cuddle, hugحَضَن, عِنَاقobjetíknusUmarmungabrazohalausaccolade, câlingrljenje, zagrljajabbraccio, coccola抱きしめること, 抱擁포옹knuffelklem, omfavnelseuściskabraço, abraçarобъятие, объятияkramการกอด, การกอดด้วยความรักใคร่kucaklamacái ôm, sự ôm ấp拥抱חיבוק擁抱
επίρρημα
στην αγκαλιά παίρνω κπ αγκαλιά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close