Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.882.820.153 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αγκαλιά

0,03 sec.
αγκαλιά embrace, armful, cuddle, hug تشبث, عناق objetí knus Umarmung abrazo halaus accolade, câlin zagrljaj abbraccio, coccola 抱きしめること, 抱擁 포옹 knuffel klem, omfavnelse uścisk abraço, abraçar объятие, объятия kram การกอด, การกอดด้วยความรักใคร่ kucaklama cái ôm, sự ôm ấp 拥抱 擁抱 חיבוק
ουσ θ αγκαλιά [aŋga'ʎa]
1 ο χώρος ανάμεσα στους βραχίονες bras
Έλα στην αγκαλιά μου. Viens dans mes bras.
2 το μέγεθος μιας αγκαλιάς brassée
μια αγκαλιά λουλούδια une brassée de fleurs
με ανοιχτή αγκαλιά
πολύ θερμά à bras ouverts
υποδέχομαι κπ με ανοιχτή αγκαλιά accueillir qqn à bras ouverts
επίρρ αγκαλιά στην αγκαλιά dans les bras
παίρνω κπ αγκαλιά prendre qqn dans ses bras


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.