| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.882.820.153 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αγκαλιά |
0,03 sec. |
|
|
αγκαλιά embrace, armful, cuddle, hug تشبث, عناق objetí knus Umarmung abrazo halaus accolade, câlin zagrljaj abbraccio, coccola 抱きしめること, 抱擁 포옹 knuffel klem, omfavnelse uścisk abraço, abraçar объятие, объятия kram การกอด, การกอดด้วยความรักใคร่ kucaklama cái ôm, sự ôm ấp 拥抱 擁抱 חיבוק
ουσ θ αγκαλιά [aŋga'ʎa] 2 το μέγεθος μιας αγκαλιάς brassée μια αγκαλιά λουλούδια une brassée de fleurs με ανοιχτή αγκαλιά πολύ θερμά à bras ouverts υποδέχομαι κπ με ανοιχτή αγκαλιά accueillir qqn à bras ouverts Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|