αγκομαχάω

Μεταφράσεις

αγκομαχάω

(aŋgoma'xao)

αγκομαχώ

(aŋgoma'xo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. λαχανιάζω, βογκάω από την προσπάθεια Αγκομαχούσε ανεβαίνοντας τη σκάλα.
2. μεταφορικά κάνω κτ με μεγάλο κόπο Τέλειωσε το σχολείο αγκομαχώντας.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close