| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.425.155 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αγκομαχάω |
0,03 sec. |
|
αγκομαχάω ρ αμετβ αγκομαχάω, αγκομαχώ [aŋgoma'xao, aŋgoma'xo] 1 λαχανιάζω, βογκάω από την προσπάθεια s' essouffler Αγκομαχούσε ανεβαίνοντας τη σκάλα. Il s' essoufflait en montant l'escalier. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|