αγκυροβολώ

Μεταφράσεις

αγκυροβολώ

ankern, verankernanchor (aŋɟirovo'lo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
αράζω
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close