Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.046.226 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αγκυροβόλιο

0,01 sec.
αγκυροβόλιο مرسى
αγκυροβόλιο lůžko
αγκυροβόλιο køje
αγκυροβόλιο Koje
αγκυροβόλιο berth
αγκυροβόλιο atracadero
αγκυροβόλιο vuodepaikka junassa tai laivalla
αγκυροβόλιο couchette
αγκυροβόλιο brodski ležaj
αγκυροβόλιο cuccetta
αγκυροβόλιο 寝台
αγκυροβόλιο 침대
αγκυροβόλιο ligplaats
αγκυροβόλιο køye
αγκυροβόλιο koja
αγκυροβόλιο leito
αγκυροβόλιο спальное место
αγκυροβόλιο kajplats
αγκυροβόλιο ที่นอนในเรือหรือรถไฟ
αγκυροβόλιο kabin
αγκυροβόλιο giường ngủ trên tàu
αγκυροβόλιο 停泊处


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.