αγνός

Μεταφράσεις

αγνός

(a'ɣnos) αρσενικό

αγνή

(a'ɣni) θηλυκό

αγνό

reinpure, chastepuropur, modestepuroنَقِيٌّčistýrenpuhdasčist純粋な순수한puurrenczystypuroчистыйrenบริสุทธิ์saftinh khiết纯的טהור (a'ɣno) ουδέτερο
επίθετο
1. αθώος αγνό βλέμμα αγνές προθέσεις
2. χωρίς σεξουαλική επαφή αγνός έρωτας μένω αγνός
3. ανόθευτος, γνήσιος αγνό λάδι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close