αγορά

Μεταφράσεις

αγορά

market, purchase, agora, deal, marketplacemerkatomarché, achat, acquisition, empletteשוקforummarkt, aankoop, marktplaatsrynek, zakupAgora, Markt, Marktplatzcompra, mercadoالسُّوقُ, سُوقُtrh, tržištěmarked, markedspladsmercadomarkkinat, toritržište, tržnicamarketplace, mercato市場시장, 장터marked, markedsplassрынокmarknadตลาด, ตลาดสินค้าpazar, pazar yerichợ, thị trường商场, 市场 (aɣο'ra)
ουσιαστικό θηλυκό
1. το να πληρώνει κανείς για να αποκτήσει κτ η αγορά οικοπέδου
2. οι οικονομικές συνθήκες η ελεύθερη αγορά
3. συμφωνία αγοράς κλείνω μια αγορά
4. χώρος με μαγαζιά
υπαίθρια αγορά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close