| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.569.061 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αγορά |
0,02 sec. |
|
αγορά agora, market, purchase, deal, marketplace merkato achat, marché, acquisition, emplette שוק forum aankoop, markt, marktplaats rynek, zakup Agora, Markt, Marktplatz compra, mercado السوق, سُوق trh, tržiště marked, markedsplads mercado markkinat, tori tržište, tržnica marketplace, mercato 市場 시장, 장터 marked, markedsplass рынок marknad ตลาด, ตลาดสินค้า pazar, pazar yeri chợ, thương trường 商场, 市场 ουσ θ αγορά [aɣο'ra] 2 οι οικονομικές συνθήκες marché (économique) η ελεύθερη αγορά le marché libre 3 συμφωνία αγοράς marché κλείνω μια αγορά conclure un marché (πηγαίνω στη) λαϊκή αγορά υπαίθρια αγορά (aller au) marché Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|