Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.569.061 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αγορά

0,02 sec.
αγορά agora, market, purchase, deal, marketplace merkato achat, marché, acquisition, emplette שוק forum aankoop, markt, marktplaats rynek, zakup Agora, Markt, Marktplatz compra, mercado السوق, سُوق trh, tržiště marked, markedsplads mercado markkinat, tori tržište, tržnica marketplace, mercato 市場 시장, 장터 marked, markedsplass рынок marknad ตลาด, ตลาดสินค้า pazar, pazar yeri chợ, thương trường 商场, 市场
ουσ θ αγορά [aɣο'ra]
1 το να πληρώνει κανείς για να αποκτήσει κτ achat
η αγορά οικοπέδου l'achat d'un terrain
2 οι οικονομικές συνθήκες marché (économique)
η ελεύθερη αγορά le marché libre
3 συμφωνία αγοράς marché
κλείνω μια αγορά conclure un marché
4 χώρος με μαγαζιά marchéhalle
(πηγαίνω στη) λαϊκή αγορά
υπαίθρια αγορά (aller au) marché


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.