αγορίστικος

(προωθήθηκε από αγορίστικο)
Μεταφράσεις

αγορίστικος

(aɣo'ristikos) αρσενικό

αγορίστικη

(aɣo'ristici) θηλυκό

αγορίστικο

boyishchico, dede, garçon (aɣo'ristiko) ουδέτερο
επίθετο
που θυμίζει αγόρι αγορίστικα ρούχα αγορίστικα κοντά μαλλιά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close