| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.527.117 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αγράμματος |
0,02 sec. |
|
αγράμματος unwissend, ungebildet illiterate, ignorant illettré, analphabète ひしきじ, もんもう, 文盲, 非識字, 読み書きのできない 문맹, 문맹의 illitteratus ongeletterd Iletrado, analfabeto безграмотный, неграмотный 文盲, 不识字的 أمي negramotný analfabetisk analfabeto lukutaidoton nepismen analfabeta ikke lese- og skrivekyndig niepiśmienny analfabet ไม่สามารถอ่านและเขียนได้ okuma yazması olmayan mù chữ επίθ α / θ / ουδ αγράμματος, αγράμματη, αγράμματο [a'ɣramatos, a'ɣramati, a'ɣramato] 1 αναλφάβητος analphabète Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|