αγριεμένος

(προωθήθηκε από αγριεμένο)
Μεταφράσεις

αγριεμένος

(aɣrie'menos) αρσενικό

αγριεμένη

(aɣrie'meni) θηλυκό

αγριεμένο

(aɣrie'meno) ουδέτερο
επίθετο
1. άγριος, εξαγριωμένος με αγριεμένο ύφος αγριεμένο σκυλί
2. μεταφορικά πολύ ταραγμένος αγριεμένη θάλασσα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close