αγριεύομαι

Μεταφράσεις

αγριεύομαι

(aɣri'evome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
τρομάζω Αγριεύτηκε μόνος στο σκοτάδι.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close