αγριεύω

Μεταφράσεις

αγριεύω

(aɣri'evo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. προκαλώ θυμό σε κπ Μην τον αγριεύεις, θα σου επιτεθεί.
2. ερεθίζω Το αλάτι αγριεύει το δέρμα.

αγριεύω


ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. θυμώνω πολύ Ο σκύλος αγρίεψε μόλις τον είδε.
2. μεταφορικά γίνομαι πολύ έντονος O αέρας αγριεύει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close