αγριοκοιτάζω

Μεταφράσεις

αγριοκοιτά (ζ) ω

(aɣrioci'tazo)

αγριοκοιτώ

glareيُحَمْلِقُdívat seskulewütend starrendeslumbrarkatsoa vihaisestilancer un regard furieuxbijesno zuritiguardare con occhio torvoにらみつける노려보다boos kijkenblendezaświecićafrontar, olhar fixamenteпристально или сердито смотретьstirraส่องแสงเจิดจ้าöfkeyle bakmaknhìn trừng trừng怒视 (aɣrioci'to)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κοιτάζω θυμωμένα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close