| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.882.844.833 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αγριότητα |
0,01 sec. |
|
|
αγριότητα atrocity, ferociousness, savagery, wildness désert desierto Wildnis 荒野 荒野 荒野
ουσ θ αγριότητα [aɣri'otita] η αγριάδα férocité; sauvagerie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|