| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.318.034 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αγροκαλλιέργεια |
0,01 sec. |
|
αγροκαλλιέργεια زراعة αγροκαλλιέργεια zemědělství αγροκαλλιέργεια landbrug αγροκαλλιέργεια Landwirtschaft αγροκαλλιέργεια farming αγροκαλλιέργεια agricultura αγροκαλλιέργεια maanviljely αγροκαλλιέργεια agriculture αγροκαλλιέργεια obrađivanje zemlje αγροκαλλιέργεια agricoltura αγροκαλλιέργεια 農業 αγροκαλλιέργεια 농사 αγροκαλλιέργεια boerenbedrijf αγροκαλλιέργεια jordbruk αγροκαλλιέργεια gospodarka rolna αγροκαλλιέργεια agricultura, lavoura αγροκαλλιέργεια сельское хозяйство αγροκαλλιέργεια jordbruk αγροκαλλιέργεια การเกษตรกรรม αγροκαλλιέργεια çiftçilik αγροκαλλιέργεια việc canh tác αγροκαλλιέργεια 耕作 |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|