Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.318.034 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αγροκαλλιέργεια

0,01 sec.
αγροκαλλιέργεια زراعة
αγροκαλλιέργεια zemědělství
αγροκαλλιέργεια landbrug
αγροκαλλιέργεια Landwirtschaft
αγροκαλλιέργεια farming
αγροκαλλιέργεια agricultura
αγροκαλλιέργεια maanviljely
αγροκαλλιέργεια agriculture
αγροκαλλιέργεια obrađivanje zemlje
αγροκαλλιέργεια agricoltura
αγροκαλλιέργεια 農業
αγροκαλλιέργεια 농사
αγροκαλλιέργεια boerenbedrijf
αγροκαλλιέργεια jordbruk
αγροκαλλιέργεια gospodarka rolna
αγροκαλλιέργεια agricultura, lavoura
αγροκαλλιέργεια сельское хозяйство
αγροκαλλιέργεια jordbruk
αγροκαλλιέργεια การเกษตรกรรม
αγροκαλλιέργεια çiftçilik
αγροκαλλιέργεια việc canh tác
αγροκαλλιέργεια 耕作


?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.