αγχωτικός

(προωθήθηκε από αγχωτικό)
Μεταφράσεις

αγχωτικός

(aŋxoti'kos) αρσενικό

αγχωτική

(aŋxoti'ci) θηλυκό

αγχωτικό

مُسَبِبُ التَوَتُّرstresovýstressendestressigstressfulestresantestressaavastressantstresanstressanteストレスの多い스트레스를 주는zenuwslopendstressetstresującydesgastanteстрессовыйstressigตึงเครียดgerginlik yaratıcıgây căng thẳng产生压力的 (aŋxoti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που μεταδίδει άγχος αγχωτική δουλειά αγχωτική ταινία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close