| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.903.646 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αγχωτικός |
0,02 sec. |
|
αγχωτικός مسبب توتر stresový stressende stressig stressful estresante stressaava stressant stresni stressante ストレスの多い 스트레스를 주는 stresserend stresset stresujący desgastante стрессовый stressig ตึงเครียด gerginlik yaratıcı gây căng thẳng 产生压力的 επίθ α / θ / ουδ αγχωτικός, αγχωτική, αγχωτικό [aŋxoti'kos, aŋxoti'ci, aŋxoti'ko] που μεταδίδει άγχος stressant/-anteangoissant/-ante αγχωτική ταινία un film angoissant Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|