| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.882.848.280 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αγωγή |
0,01 sec. |
|
|
αγωγή procédé action, conduction, prosecution trattamento лечение behandeling tratamiento Behandlung tratamento 治療 العلاج лечение 治疗 ošetření behandling 治療 치료 behandling
ουσ θ αγωγή [aɣo'ʝi] 1 η εκπαίδευση éducation προσχολική αγωγή l' éducation préscolaire 2 θεραπεία traitement ιατρική αγωγή un traitement médical 3 μήνυση dénonciation; plainte κάνω αγωγή intenter une action en justice/porter plainte Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|