| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.433.372 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αγωγή |
0,02 sec. |
|
αγωγή procédé action, conduction, prosecution ουσ θ αγωγή [aɣo'ʝi] 1 η εκπαίδευση éducation προσχολική αγωγή l' éducation préscolaire 2 θεραπεία traitement ιατρική αγωγή un traitement médical 3 μήνυση dénonciation; plainte κάνω αγωγή intenter une action en justice/porter plainte Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|