| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.722.766.041 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αγωγός |
0,01 sec. |
|
αγωγός conductor, conduit, pipe, pipeline خط أنابيب potrubí rørledning Pipeline conducto öljyputki pipe-line cjevovod conduttura パイプライン 송유관 pijplijn rørledning rurociąg oleoduto трубопровод pipeline ท่อยาวส่งผ่านน้ำมัน น้ำหรือแก๊ซ boru hattı đường ống 管线 ουσ α αγωγός [aɣο'ɣos] 1 σωλήνας tuyau; conduit ο αγωγός του νερού la conduite d'eau 2 αγωγός conducteur καλός αγωγός θερμότητας un bon conducteur de la chaleur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|