| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.205.819 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αγωνία |
0,09 sec. |
|
αγωνία angoisse, agonie, inquiétude, suspense Agonie, Qual, Spannung agony, anguish, distress, suspense أَلَمْ, تشويق napětí, utrpení pine, spænding agonía, suspense, suspenso jännitys, tuska agonija, neizvjesnost agonia, suspense 不安, 苦悶 고통, 긴장감 spanning, zielenpijn pine, spenning agonia, niepewność agonia, suspense агония, неизвестность spänning, vånda ความไม่แน่นอนใจ, ความทรมาน ıstırap, kuşku ve gerilimli bekleyiş nỗi thống khổ, sự hồi hộp 悬念, 痛楚 ουσ θ αγωνία [aɣo'nia] 1 μεγάλη ανησυχία, φόβος angoisse; anxiété με πιάνει αγωνία être pris d'angoisse περιμένω με αγωνία attendre avec impatience 2 έντονο συναίσθημα αναμονής impatience περιμένω με αγωνία attendre avec impatience Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|