αγωνιστικός

Μεταφράσεις

αγωνιστικός

(aɣonisti'kos) αρσενικό

αγωνιστική

(aɣonisti'ci) θηλυκό

αγωνιστικό

competitive (aɣonisti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. μαχητικός αγωνιστική δράση αγωνιστικό πνεύμα
2. αθλητισμός που προορίζεται για αγώνες αγωνιστικό ποδήλατο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close