| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.957.325 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αγόρι |
0,02 sec. |
|
αγόρι seun момче kluk, chlapec dreng Junge, Kellner, Knabe boy, lad, waiter knabo chico, joven, mozo, muchacho, niño poika, tarjoilija garçon fiú, pincér drengur, strákur cameriere, ragazzo puer jongen, kelner gutt chłopiec, kelner criado, menino, moço, rapaz мальчик, официант gosse, pilt, pojke çocuk, oğlan, oğlan çocuğu ولد dječak 少年 소년 เด็กชาย con trai 男孩 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|