Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.957.325 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αγόρι

0,02 sec.
αγόρι seun момче kluk, chlapec dreng Junge, Kellner, Knabe boy, lad, waiter knabo chico, joven, mozo, muchacho, niño poika, tarjoilija garçon fiú, pincér drengur, strákur cameriere, ragazzo puer jongen, kelner gutt chłopiec, kelner criado, menino, moço, rapaz мальчик, официант gosse, pilt, pojke çocuk, oğlan, oğlan çocuğu ولد dječak 少年 소년 เด็กชาย con trai 男孩
ουσ ουδ αγόρι [a'ɣori]
1 αρσενικό παιδί garçon
Έχουμε μόνο αγόρια στην οικογένεια. Nous n'avons que des garçons dans la famille.
2 ερωτικός φίλος copain
Βγήκε με το αγόρι της. Elle est sortie avec son copain.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.