| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.882.862.491 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αδέκαρος |
0,01 sec. |
|
|
αδέκαρος penniless sans le sou
επίθ α / θ / ουδ αδέκαρος, αδέκαρη, αδέκαρο [a'ðekaros, a'ðekari, a'ðekaro] χωρίς καθόλου λεφτά sans-le-sou αδέκαροι φοιτητές des étudiants sans-le-sou Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|