αδέξιος

(προωθήθηκε από αδέξιο)
Μεταφράσεις

αδέξιος

(a'ðeksios) αρσενικό

αδέξια

(a'ðeksia) θηλυκό

αδέξιο

أخرق, مُحْرِجтежъкnemotorný, trapnýplump, ungünstigclumsy, awkward, gawky, inept, maladroitnelertatorpe, incómodokohmakaskömpelögauche, maladroit, inhabilenespretan, neugodanbalkezesimpacciato, imbarazzante繁雑, 不器用な서투른onhandig, lastigniezgrabny, dziwnydesgracioso, desajeitado, embaraçosostângaciнеуклюжий, затруднительныйnemotornýнеспретанdrumlig, generadซุ่มซ่าม, งุ่มง่ามhantal, aksi, beceriksiz, ters, sıkıntılıнезграбнийvụng, ngượng ngịu, 笨拙的akavetkeitet (a'ðeksio) ουδέτερο
επίθετο
άγαρμπος, άχαρος αδέξιες κινήσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close