αδέσποτος

(προωθήθηκε από αδέσποτη)
Μεταφράσεις

αδέσποτος

(a'ðespotos) αρσενικό

αδέσποτη

(a'ðespoti) θηλυκό

αδέσποτο

maverick, stray (a'ðespotο) ουδέτερο
επίθετο
1. για ζώο που δεν έχει κύριο αδέσποτο σκυλί
2. μεταφορικά χαμένος, χωρίς στόχο αδέσποτη σφαίρα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close