αδίκημα

Μεταφράσεις

αδίκημα

offense, offencedélitעבירהإسَاءَةٌtrestný činfornærmelseVergeheninfracción, delitorikosprekršajreato違反위반overtredingstraffbar handlingobrazaofensaоскорблениеbrottการกระทำผิดกฎหมายsaldırısự vi phạm犯罪 (a'ðicima)
ουσιαστικό ουδέτερο
παράνομη πράξη ποινικό αδίκημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close