| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.632.042 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αδίκημα |
0,01 sec. |
|
αδίκημα offense, offence délit, crime עבירה إساءة trestný čin fornærmelse Vergehen infracción rikos prekršaj reato 違反 위반 overtreding straffbar handling obraza ofensa нарушение brott การกระทำผิดกฏหมาย saldırı sự vi phạm 犯罪 ουσ ουδ αδίκημα [a'ðicima] παράνομη πράξη délit ποινικό αδίκημα un délit judiciaire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|