αδίστακτα

Μεταφράσεις

αδίστακτα

unscrupulously (a'ðistakta)
επίρρημα
χωρίς ενδοιασμό Έδρασε αδίστακτα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close