αδίστακτος

(προωθήθηκε από αδίστακτη)
Μεταφράσεις

αδίστακτος

(a'ðistaktos)

αδίσταχτος

(a'ðistaxtos)

αδίστακτη

(a'ðistakti) θηλυκό

αδίστακτο

unscrupulous, ruthlessقاسٍnemilosrdnýskånselsløsrücksichtslosdespiadadoarmotonsans pitiébezobziranspietato無慈悲な잔인한meedogenlooshensynsløsbezlitosnyimplacávelбезжалостныйhänsynslösไร้ความเมตตาปราณีacımasıznhẫn tâm无情的 (a'ðistakto) ουδέτερο
επίθετο
που δρα χωρίς αναστολές αδίστακτος εγκληματίας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close