| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.486.556 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αδίστακτος |
0,01 sec. |
|
αδίστακτος unscrupulous, ruthless αδίστακτος قاس αδίστακτος nemilosrdný αδίστακτος skånselsløs αδίστακτος rücksichtslos αδίστακτος despiadado αδίστακτος armoton αδίστακτος sans pitié αδίστακτος bezobziran αδίστακτος spietato αδίστακτος 無慈悲な αδίστακτος 잔인한 αδίστακτος meedogenloos αδίστακτος hensynsløs αδίστακτος bezlitosny αδίστακτος implacável αδίστακτος безжалостный αδίστακτος hänsynslös αδίστακτος ไร้ความเมตตาปราณี αδίστακτος acımasız αδίστακτος nhẫn tâm αδίστακτος 无情的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|