αδειάζω

Μεταφράσεις

αδειάζω

(a'ðjazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βγάζω από κτ ό,τι έχει μέσα του αδειάζω ένα μπαούλο
2. διώχνω τον κόσμο αδειάζω μια πολυκατοικία
3. χύνω, ρίχνω αδειάζω ένα μπουκάλι αδειάζω το νερό της μπανιέρας

αδειάζω

empty, clear, unload, vacateviderيُفْرِغُvyprázdnittømmeentleerenvaciartyhjentääispraznitisvuotare空にする(든 것을) 비우다legentømmeopróżnićesvaziarопорожнятьtömmaทำให้ว่างเปล่าboşaltmakdốc ra倒空
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
χάνω όλο μου το περιεχόμενο Το ψυγείο άδειασε. Η μπαταρία αδειάζει. Η μπανιέρα αδειάζει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close