αδειανός

(προωθήθηκε από αδειανό)
Μεταφράσεις

αδειανός

(aðja'nos) αρσενικό

αδειανή

(aðja'ni) θηλυκό

αδειανό

شاغِرvolnýledigunbesetztvacantdesocupadovapaavacantprazanvacante空いている비어 있는leegledigwolnyvagoнеиспользуемыйtomที่ยังไม่มีคนใช้boştrống không有空缺的 (aðja'no) ουδέτερο
επίθετο
άδειος Οι τσέπες του ήταν αδειανές.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close