Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.963.863 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αδελφή

0,02 sec.
αδελφή suster
αδελφή أخت
αδελφή сестра
αδελφή germana
αδελφή sestra
αδελφή søster
αδελφή Schwester
αδελφή sister, fag
αδελφή fratino
αδελφή hermana
αδελφή sisar, sisko
αδελφή sœur
αδελφή אחות
αδελφή lánytestvér
αδελφή systir
αδελφή sorella
αδελφή soror
αδελφή zus, zuster
αδελφή siostra
αδελφή irmã, enfermeira
αδελφή сестра
αδελφή syster
αδελφή sestra
αδελφή 姉妹
αδελφή 언니
αδελφή søster
αδελφή พี่สาวหรือน้องสาว
αδελφή kızkardeş
αδελφή em gái
αδελφή 兄弟


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.