αδελφικός

(προωθήθηκε από αδελφική)
Μεταφράσεις

αδελφικός

(aðelfi'kos)

αδερφικός

(aðerfi'kos)
επίθετο

αδελφική

(aðelfi'ci) θηλυκό

αδελφικό

fraternel, coûteuxbrotherly (aðelfi'ko) ουδέτερο
που αφορά τα αδέλφια αδελφική αγάπη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close