αδελφός

Μεταφράσεις

αδελφός

(aðel'fos)

αδερφός

germàbratrbroder, brorBruderbrother, friar, siblinghermanovelifrèreאחbratfivérbróðirfratellofraterbroer, fraterbrorbratirmãoбратbratbroder, brorbirader (aðer'fos)
ουσιαστικό θηλυκό
1. αυτός που έχει τους ίδιους γονείς με κπ ο μεγάλος μου αδελφός
2. θρησκευτικός όρος o μοναχός ο αδελφός Παύλος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close