| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.508.807 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αδιάβροχος |
0,02 sec. |
|
αδιάβροχος waterproof, showerproof imperméable مقاوم للبلل, مقاوم للمياه nepromokavý, vodotěsný regntæt, vandtæt wasserdicht impermeable, semi-impermeable vedenpitävä, vettä hylkivä otporan na kišu, vodootporan impermeabile ぬれても大丈夫な, 防水の 방수의 waterafstotend, waterdicht vannavstøtende, vanntett przeciwdeszczowy, wodoszczelny à prova de água, impermeável водостойкий, непромокаемый regntät, vattentät ที่กันน้ำได้, ที่ป้องกันน้ำได้ su geçirmez, yağmura dayanıklı chống mưa, không thấm nước 防水的, 防雨的 επίθ α / θ / ουδ αδιάβροχος, αδιάβροχη, αδιάβροχο [a'ðjavroxos, a'ðjavroçi, a'ðjavroxo] αδιαπέραστος από υγρά imperméableétanche αδιάβροχα παπούτσια des chaussures imperméables ουσ ουδ αδιάβροχο πανωφόρι για τη βροχή imperméable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|