αδιάθετος

(προωθήθηκε από αδιάθετη)
Μεταφράσεις

αδιάθετος

(a'ðjaθetos) αρσενικό

αδιάθετη

(a'ðjaθeti) θηλυκό

αδιάθετο

unwell, indisposedenfermo, malmalade, malsain, indisposéمَرِيضnemocnýutilpasunwohlhuonovointinenkoji se loše osjećamalato気分のすぐれない몸이 편치 않은onweluvelniezdrówdoenteнездоровыйdåligไม่สบายiyi değilkhông khỏe生病的 (a'ðjaθeto) ουδέτερο
επίθετο
1. ελαφρά άρρωστος Δε θα πάει σχολείο γιατί είναι αδιάθετος.
2. που έχει περίοδο (για γυναίκα) είμαι αδιάθετη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close