Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.464.652 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αδιάθετος
(προωθήθηκε από αδιάθετο)

0,02 sec.
αδιάθετος indisposed, unwell enfermo, mal malade, malsain, indisposé معتل nezdravý utilpas unwohl huonovointinen koji se loše osjeća malato 気分のすぐれない 몸이 편치 않은 onwel uvel niezdrów doente нездоровый dålig ไม่สบาย iyi değil không khỏe 生病的
επίθ α / θ / ουδ αδιάθετος, αδιάθετη, αδιάθετο [a'ðjaθetos, a'ðjaθeti, a'ðjaθeto]
1 ελαφρά άρρωστος souffrant/-antemalade
Δε θα πάει σχολείο γιατί είναι αδιάθετος. Il n'ira pas à l'école parce qu'il est souffrant.
2 που έχει περίοδο (για γυναίκα) réglé/-ée
είμαι αδιάθετη être réglée/avoir ses règles


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.