| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.680.038 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αδιάκοπος |
0,03 sec. |
|
αδιάκοπος constant, unceasing, relentless, continuous ininterrompu, continuel, permanent, continu مستمر nepřetržitý fortsat andauernd ininterrumpido jatkuva trajan continuo 連続的な 연속적인 ononderbroken sammenhengende ciągły contínuo продолжительный oavbruten ซึ่งต่อเนื่องกัน kesintisiz liên tục 连续的 επίθ α / θ / ουδ αδιάκοπος, αδιάκοπη, αδιάκοπο [a'ðjakopos, a'ðjakopi, a'ðjakopo] ασταμάτητος irrépressible Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|