αδιάκοπος

(προωθήθηκε από αδιάκοπο)
Μεταφράσεις

αδιάκοπος

(a'ðjakopos) αρσενικό

αδιάκοπη

(a'ðjakopi) θηλυκό

αδιάκοπο

constant, unceasing, relentless, continuousininterrompu, continuel, permanent, continuمُسْتَمِرّnepřetržitýfortsatandauerndininterrumpidojatkuvatrajancontinuo連続的な연속적인ononderbrokensammenhengendeciągłycontínuo, ininterruptoпродолжительныйoavbrutenซึ่งต่อเนื่องกันkesintisizliên tục连续的непрекъснат (a'ðjakopo) ουδέτερο
επίθετο
ασταμάτητος αδιάκοπος θόρυβος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close