Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.361.532 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αδιάκριτος
(προωθήθηκε από αδιάκριτη)

0,03 sec.
αδιάκριτος indiscreet, prying, indiscriminate, inquisitive, nosy, tactless indiscret, curieux فضولي, محب للبحث والتحقيق zvědavý nysgerrig neugierig, wissbegierig entrometido, inquisitivo tungetteleva, utelias preznatiželjan, propitljiv curioso, ficcanaso 詮索好きな 참견하기 좋아하는, 캐묻기 좋아하는 nieuwsgierig nysgjerrig, vitebegjærlig wścibski bisbilhoteiro, curioso, xereta пытливый, чрезмерно любопытный frågvis, nyfiken ที่อยากรู้อยากเห็น, อยากรู้อยากเห็น meraklı thóc mách, tò mò 好奇的, 好管闲事的
επίθ α / θ / ουδ αδιάκριτος, αδιάκριτη, αδιάκριτο [a'ðjakritos, a'ðjakriti, a'ðjakrito]
που φέρνει κπ σε δύσκολη θέση indiscret/-ète
κάνω αδιάκριτες ερωτήσεις poser des questions indiscrètes
αν δεν είμαι αδιάκριτος sans indiscrétion


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.