| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.361.532 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αδιάκριτος |
0,03 sec. |
|
αδιάκριτος indiscreet, prying, indiscriminate, inquisitive, nosy, tactless indiscret, curieux فضولي, محب للبحث والتحقيق zvědavý nysgerrig neugierig, wissbegierig entrometido, inquisitivo tungetteleva, utelias preznatiželjan, propitljiv curioso, ficcanaso 詮索好きな 참견하기 좋아하는, 캐묻기 좋아하는 nieuwsgierig nysgjerrig, vitebegjærlig wścibski bisbilhoteiro, curioso, xereta пытливый, чрезмерно любопытный frågvis, nyfiken ที่อยากรู้อยากเห็น, อยากรู้อยากเห็น meraklı thóc mách, tò mò 好奇的, 好管闲事的 επίθ α / θ / ουδ αδιάκριτος, αδιάκριτη, αδιάκριτο [a'ðjakritos, a'ðjakriti, a'ðjakrito] που φέρνει κπ σε δύσκολη θέση indiscret/-ète κάνω αδιάκριτες ερωτήσεις poser des questions indiscrètes αν δεν είμαι αδιάκριτος sans indiscrétion Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|