| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.887.641.823 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αδιάλλακτος |
0,01 sec. |
|
|
αδιάλλακτος adamant, implacable, intransigent, rigid αδιάλλακτος implacable, inflexible, intolérant, intraitable, intransigeant, impitoyable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|