| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.489.755 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αδιάφορος |
0,01 sec. |
|
αδιάφορος indifferent, nonchalant, uninteresting indifférent אדיש επίθ α / θ / ουδ αδιάφορος, αδιάφορη, αδιάφορο [a'ðjaforos, a'ðjafori, a'ðjaforo] 1 που δείχνει αδιαφορία indifférent/-ente Φαίνεται αδιάφορος, αλλά δεν είναι στην πραγματικότητα. Il paraît indifférent, mais il ne l'est pas réellement. 2 που δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον indifférentsans intérêt Μου είναι αδιάφορη. Elle m'est indifférente. Είναι ένα μάλλον αδιάφορο βιβλίο. C'est un livre sans intérêt particulier. 3 που παρουσιάζει παρόμοιο ενδιαφέρον indifférent Μαύρο ή άσπρο μου είναι αδιάφορο. Noir ou blanc, cela m'est indifférent. κάνω τον αδιάφορο κάνω πως δεν καταλαβαίνω faire semblant de rien επίρρ αδιάφορα [a'ðjafora] χωρίς ενδιαφέρον avec détachementavec indifférence μιλάω αδιάφορα για κτ parler de qqch avec détachement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|