Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.725.327.669 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αδιέξοδο

0,02 sec.
αδιέξοδο dead end, impasse, stalemate impasse тупик, пат طريق مسدود, ورطة pat, slepá ulička blindgyde, dødvande Patt, Sackgasse callejón sin salida, tablas pattitilanne, umpikuja mrtva točka, slijepa ulica senza uscita, stallo ステイルメイト, 行き止まり 스테일메이트, 종점 doodlopende straat, pat blindvei, fastlåst situasjon pat, ślepa uliczka beco sem saída, empate återvändsgränd, dödläge ตำแหน่งในการเล่นหมากรุกที่เสมอกันโดยขุนอับ, ทางตัน çıkmaz sokak, şahmat ngõ cụt, thế bí 僵局, 尽头
ουσ ουδ αδιέξοδο [aði'exoðo]
1 τέλος δρόμου cul-de-sac; impasse
Μένω σε αδιέξοδο. J'habite dans un cul-de-sac.
Αυτός ο δρόμος είναι αδιέξοδο. Cette route débouche sur une impasse.
2 ανυπέρβλητο εμπόδιο impasse
βγαίνω από το αδιέξοδο sortir de l'impasse
βρίσκομαι σε αδιέξοδο être dans l'impasse


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.